What just it is that makes the joyful pessimism of Fischly and Weiss so timely?(Fischly and Weiss in Sprüth Magers, American Pastoral in Gagosian)

February is the coldest month and a few days after the official Brexit announcement London’s emblematic gloominess seems more meaningful than ever.

Although big names parade those days in the famous institution of the city, small or not-so-small galleries hide rather more interesting visual challenges.

For those, thus, who are tired of seeing, again and again, Picasso’s exhibitions, his novelties and his women (as in the Picasso and Paper in Royal Academy) or have already visited the excellent Dora Maar exhibition in Tate Modern, have admired Tim Walker’s phantasmagories in V&A and have mood for strolling around the central London, galleries Sprüth Magers and Gagosian (Britannia Street) are hosting two exhibitions worth seeing before discussing them with a hot cup of tea.

The Raft of the Medusa (1818-19), the 19th century famous and nightmarish painting of Théodore Géricault, is an artwork that at any time has something to say about the human condition. Even more in an era of refugee’s crisis and successive sea tragedies that have been stigmatized Europe during the last years. 

The fantastic Fischli & Weiss, mostly known by their iconic film The way things go (1987), give amongst other things their own reading of the famous raft, with a 1984 work that is presented in the Sprüth Magers gallery, in a solo exhibition with the marvellous title: Should I paint a pirate ship on my car with an armed figure on it holding a decapitated head by the hair?  

Fischli & Weiss have humour and wit, their work however is deeply shot through with a dull pessimism. The artworks that are presented in the gallery, made between 1984 and 2005, seem surprisingly timely.

The installation-sculpture The raft (1984) is full of objects, useful or not, trivial or even poetical. There is a cannon, a soap, an accordion, a woman shoe, a scull, a chandelier, a totem, a bag. And a female pig breastfeeding. Around them, in the hypothetical pelagos, dangerous crocodiles and hippos. The surprise from the narrative manufactured by all these miscellaneous objects and the absence of human beings open peculiar roads to the imagination. As the use of polyurethane, a material that begun to become popular in the 80s.  

The work touches upon very important issues of the postmodern era. The problematic of the simulacrum, the illusion and the consumerism, the nature and its imitation, the nature and its revenge also, what is false and what is true, the weight of human life in front of the material wealth, the construction of identity. At the same time, it is keeping a sensitive equilibrium between tragedy and bizarre, the comical and the horrible. As with the rest works of the exhibition:

The photographic series Fotografias (2005) in the first level of the gallery, an archive-type presentation of a multiple of photos in a dark aesthetical mood reminding of Fun Parks, animation films, fairy tales and soft porn comics, in their cautiously ordered perplexity they disturb, amaze and unsettle. 

At the same time, in the basement, Kanalvideo (1992), a video survey in an endless sewerage, stops flirting with conceptual aesthetics when it is read through the symbolic metaphor of our current heavy routine’s tunnel, in which no light means exit and no exit takes you out of the tunnel. See Brexit.

The group show American Pastoral in Gagosian, Britannia Street, although seems to research the adventures of landscaping in the American art, it is rather an exhibition about the American Dream and its leftovers. And it is certainly an opportunity to enjoy not only works of great American artists from the 19th century up to now, but also an intriguing “conversation” among them.

 

IMG_4812.jpeg

The title couldn’t but refer to the famous Roth’s novel, playful with the similarities, socio-political issues and inequalities of past and present American societies.

The Warhol’s painting with the Statue of Liberty seems chastening while Banks Violette’s shot fence that welcomes and shows out the visitor, in front of the nightmarish noir Cindy Sherman’s self-portrait, create early a rather dark climate. 

The threateningly phallic canon by Jeff Koons, full of red roses, is turning its back to the beautiful abstract 1877’s Sunset over the River made by Albert Bierstadt.

Unexpected adjacencies, like the one of Joseph Decamp’s By the shore (1895) with the strange photography of a 60s’ family in its yard by Diane Arbus, or the girl who reads by Winslow Homer with John Currin’s disturbing portraits, glide with uncanny landscapes like Chris Burden and Urs Fisher’s micro-sculptures and William Eggleston and Gregory Crewdson’s photo images. The exhibition ends with the famous Duane Hanson’s exhausted American tourist, with the camera in his hands and fallen kodak films in his feet.

The show seems to look at the landscape and the human interaction with it as an index of innocence’s loss or a gradual trajectory from the romantic sublime’s desire toward the current Instagram anxiety for a touristic “I ‘ve been there”. In any case, it definitely worth the visit.

Published in elculture in greek, february 2020

Τι είναι αυτό που κάνει την εύθυμη απαισιοδοξία των Fischly and Weiss τόσο επίκαιρη;

Ο Φεβρουάριος είναι ο πιο κρύος μήνας και λίγες μέρες μετά το επίσημο Brexit η εμβληματική μουντάδα του Λονδίνου μοιάζει πιο εκφραστική από ποτέ. 

Αν και μεγάλα ονόματα παρελαύνουν αυτό τον καιρό στα διάσημα ιδρύματα οι μικρές ή όχι και τόσο μικρές γκαλερί της πόλης κρύβουν τελικά ίσως πολύ πιο ενδιαφέρουσες προκλήσεις. 

Για όσους λοιπόν έχουν κουραστεί να βλέπουν εκθέσεις για τον Pablo Picasso, τις καινοτομίες και τις γυναίκες του (όπως το Picasso and Paper της Royal Academy) ή έχουν ήδη επισκεφθεί την εξαιρετική Dora Maar στην Tate Modern, έχουν θαυμάσει τις φαντασμαγορίες του Tim Walker στο V&A και έχουν όρεξη για περιήγηση στο κεντρικό Λονδίνο, οι γκαλερί Sprüth Magers και Gagosian, Britannia Street φιλοξενούν δυο εκθέσεις που αξίζει κανείς να δει και να συζητήσει στη συνέχεια κάπου ζεστά με ένα φλιτζάνι τσάι.  

Η Σχεδία της Μέδουσας, ο περίφημος και εφιαλτικός πίνακας του Théodore Géricault του 19ου αιώνα, είναι ένα έργο που πάντα έχει κάτι να πει για την ανθρώπινη κατάσταση. Πόσο μάλλον σε μια εποχή προσφυγικών ροών και των επακόλουθων και αλλεπάλληλων θαλάσσιων τραγωδιών που έχουν στιγματίσει την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. 

Οι φοβεροί και τρομεροί Fischli & Weiss, γνωστοί από το εμβληματικό φιλμάκι τους The way things go δίνουν, μεταξύ άλλων, μια δική τους ανάγνωση στην περίφημη σχεδία με ένα έργο του 1984 που παρουσιάζεται αυτή την εποχή στη γκαλερί Sprüth Magers, στη solo έκθεσή τους με τον ευτράπελο τίτλο Should I paint a pirate ship on my car with an armed figure on it holding a decapitated head by the hair?  

Οι Fischli & Weiss έχουν χιούμορ και οξύνοια, η δουλειά τους όμως είναι διαποτισμένη και από μια υπόκωφη απαισιοδοξία. Τα έργα που παρουσιάζονται στη γκαλερί φτιαγμένα από το 1984 μέχρι το 2005 εξακολουθούν να στέκονται εξαιρετικά επίκαιρα.  

Η εγκατάσταση-γλυπτό σχεδία τους The raft (1984) είναι γεμάτη από αντικείμενα χρήσιμα ή όχι, τετριμμένα ή εν δυνάμει ποιητικά. Ένα κανόνι, ένα σαπούνι, ένα ακορντεόν, μια γυναικεία γόβα, ένα κρανίο, ένας πολυέλαιος, ένα τοτέμ, ένα σακίδιο. Και ένα θηλυκό γουρούνι που θηλάζει τα μικρά του. Γύρω γύρω, στην υποθετική θάλασσα, απειλητικοί κροκόδειλοι και ιπποπόταμοι. Το σάστισμα της αφήγησης που δημιουργείται απέναντι στην συνύπαρξη όλων αυτών των ετερόκλητων στοιχείων και η απουσία ανθρώπων από τη σχεδία ανοίγει στη φαντασία και τη σκέψη απρόσμενες διαδρομές. Όπως και η χρήση πολυουρεθάνης για την κατασκευή όλων αυτών, ένα είδος πλαστικού που ξεκίνησε να γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές μέσα στη δεκαετία του 80. 

Το έργο θίγει καίρια θέματα της μετανεωτερικής εποχής: Η προβληματική του ομοιώματος, η ψευδαίσθηση και ο καταναλωτισμός, η φύση και η απομίμησή της, η φύση και η εκδίκησή της, τι είναι ψεύτικο και τι αληθινό, το ζύγι μεταξύ ανθρώπινης ζωής και περιουσίας, η κατασκευή της ταυτότητας. Την ίδια στιγμή ισορροπεί σε λεπτές γραμμές νοημάτων ανάμεσα στην τραγωδία και το παράδοξο, στο κωμικό και το τρομακτικό. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα έργα της έκθεσης: 

Η σειρά με φωτογραφίες Fotografias (2005) στον πρώτο όροφο της γκαλερί, μια παρουσίαση τύπου αρχείου από πολυάριθμες εικόνες μιας σκοτεινής αισθητικής Λούνα Παρκ, κινουμένων σχεδίων, παιδικών παραμυθιών και soft-porn κόμικ, μέσα στην προσεκτικά τακτοποιημένη τους σύγχυση ξαφνιάζουν, ενοχλούν και αποσταθεροποιούν.  

Την ίδια στιγμή στο υπόγειο, το Kanalvideo (1992), μια βίντεο περιήγηση μέσα σε έναν ατελείωτο αποχετευτικό σωλήνα παύει να φλερτάρει με την εννοιολογική αισθητική όταν διαβάζεται μέσα από τη μεταφορά του τούνελ μιας τρέχουσας βεβαρημένης καθημερινότητας, μέσα στο οποίο κανένα φως δε σημαίνει έξοδο ή καμιά έξοδος δεν σε βγάζει από το τούνελ. Βλέπε Brexit. 

Η ομαδική έκθεση American Pastoral στην Gagosian της Britannia Street, δίπλα στο σταθμό του Kings Cross St. Pancras, αν και δείχνει να αφορά την περιπέτεια του τοπίου στην Αμερικάνικη τέχνη τελικά είναι μάλλον μια έκθεση για το Αμερικανικό όνειρο και τα απόνερά του. Και σίγουρα μια ευκαιρία να απολαύσει κανείς όχι μόνο έργα εξαιρετικών Αμερικάνων καλλιτεχνών από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, αλλά και έναν ιδιαίτερα ιντριγκαδόρικο διάλογο μεταξύ τους. 

Ο τίτλος αναπόφευκτα παραπέμπει στο περίφημο μυθιστόρημα του Philip Roth παίζοντας με τις χρονικότητες και τις ομοιότητες, τους κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς και τις ανισότητες της άλλοτε και τώρα Αμερικανικής κοινωνίας. 

O πίνακας με το άγαλμα της ελευθερίας του Warhol μοιάζει να μας κουνάει το δάχτυλο ενώ ο πυροβολημένος φράχτης του Banks Violette που υποδέχεται και ξεπροβοδίζει τον επισκέπτη μπροστά σε ένα ανατριχιαστικό noir αυτοπορτραίτο της Cindy Sherman φτιάχνουν από νωρίς ένα σκοτεινό μάλλον κλίμα. 

Το απειλητικά φαλλικό κανόνι του Jeff Koons, γεμάτο με κόκκινα τριαντάφυλλα, γυρνάει την πλάτη τόσο στο πανέμορφο αφαιρετικό ηλιοβασίλεμα του Joe Bradley όσο και στο μικρό κομψοτέχνημα Sunset over the River του Albert Bierstadt από το 1877. 

Απρόβλεπτες γειτνιάσεις, όπως αυτή του By the shore (1895) του Joseph Decamp με την παράξενη φωτογραφία μιας οικογένειας του ’60 στην αυλή της από την Diane Arbus ή του κοριτσιού που διαβάζει στο δάσος του Winslow Homer με τα κάπως ενοχλητικά πορτραίτα του John Currin, εναλλάσσονται με παράδοξα τοπία όπως τα μικρογλυπτά του Chris Burden και του Urs Fischer και τις φωτογραφίες των William Eggleston και Gregory Crewdson. Η έκθεση τελειώνει στον κουρασμένο τουρίστα του Duane Hanson με τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια και τα πεσμένα kodak φιλμς στα πόδια του. 

Η έκθεση μοιάζει να κοιτάζει το τοπίο και την ανθρώπινη διάδραση με αυτό ως δείκτη απώλειας μιας αθωότητας ή ως μια σταδιακή πορεία από την αναζήτηση του υψηλού προς το instagram άγχος ενός τουριστικού ‘ήμουν και γω εκεί’. Σε κάθε περίπτωση αξίζει τη βόλτα. 

Λονδίνο, 2020 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ελculture τον Φεβρουάριο του 2020